Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Εαρινό Προσπέρασμα


Πού χρόνος φέτος γι' άνοιξη
μετά από τόσο χειμώνα.

Οι μαργαρίτες ξεγύμνωτες
ζυγά πέταλα πεσμένα,
ως φαίνεται
"...δε μ' αγαπάει".

Κι οι παπαρούνες αξόδευτες·
από συνήθεια ματωμένες
προσβλέπουν στ' όπιο.

Οι πεταλούδες νύμφες- ανύμφευτες
κουκουλωμένες
με σάβανο εαρινό.

Μήνες απλήρωτες οι μέλισσες
σε στάση εργασίας,
χωρίς φτερά 
-αλήθεια-
τι θέλεις να σου κάνουν;


{Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2019, http://www.parathemata.com/2019/03/2019_33.html}

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Εξιτήριο



Αξημέρωτη αναπάντητη
το ειδοποιητήριο π' αρνήθηκα.
Προδόθηκα όμως απ' την καμπάνα.

Σε ταπεινά λευκά σ' άφησα
μ' αυτοκρατορική πορφύρα σε πήρα.

Και στο χωριό ξέσπασε
σκάνδαλο μέγα•
εξιτήριο ο σπορέας
γιορτής ανήμερα. 

.....................

Πάνε μέρες που πάγωσε το χέρι
μα έμεινε το χάδι καυτό.

Στο βραδινό προσκλητήριο 
αρκέστηκα τώρα 
να μετράω παρουσίες.



Πηγή φωτό: www.nyxthimeron.com

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Αχρονολόγητη Αγγελία


Είναι τα έργα των ανθρώπων αμφίβολα
γι' αυτό κατέληξα στην ανεργία.

Σε φθαρμένη αγγελία διάβασα
"Ζητείται άτομον
με -μόνον- προσόν ολίγην ανθρωπιάν".

Κάλεσα σήμερα
κι ήταν η θέση -ακόμα- κενή.

                    Αθήνα, 10/02/2019


{Το ποίημα γράφτηκε στο πλαίσιο του νέου κύκλου λογοτεχνικών αναγνώσεων στον Άγιο Φίλιππο Βλασσαρούς.}

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Δήθεν βιογραφία



Τούτο φοβόμουν πάντα
μη δεν προλάβω.
Μη δεν ποθήσω αρκετά
και μείνω στην ελπίδα.

Απ’ την αρχή δε μου ‘φθασε
της Μάνας μου το γάλα·
είχα απ’ τη στράτα κιόλας
βγαλμένο εισιτήριο.

Χρόνια πτερόεντα
μήνες ανώφελοι
μέρες μετρημένες
ώρες -μόλις- είκοσι τέσσερις.

Κι έμεινα να ελπίζω στα δίσεκτα.
Μια μέρα κέρδος
μου φθάνει για να ζήσω,
αγάπη να δώσω και να πάρω.

Στης ανέστιας ψυχής μου τη συσκότιση
ακόμη αναζητώ
μιαν απεγνωσμένη γρίλια,
μια χαραμάδα Θεό.


                (Αθήνα, 27/01/2019)

{Το ποίημα γράφτηκε στο πλαίσιο του νέου κύκλου λογοτεχνικών αναγνώσεων στον Άγιο Φίλιππο Βλασσαρούς.}

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Άνευ



Ανάσα βαριά
βαρύς ο πόνος.
Η νύχτα ατέλειωτη.

Σβήνει η φωνή,
σβήνει η ελπίδα.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Φέγγισμα



Κι απόψε στο ημίφως
Θα κρύψω όσα κρύβονται.

Κερί μου πόσα ξέρεις,
Πόσα ανείπωτα.

Τρέμεις από φόβο,
Απ’ ανάσα
ή φθορά;

Μέσα στην πολλή σου αφέλεια
Ξεχνάς πως λιγόστεψες
Και να προδώσεις
Δεν προφταίνεις.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Δήθεν Χαϊκού



Μίλα μου τώρα
Που ΄χεις ακόμα φωνή
Και ακούγεσαι.

Το αλφάβητο
Απείραχτο το έχεις·
Όλο δικό σου.

Κουράστηκα πια
Όταν θέλω να νιώσω
Να φαντάζομαι.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Έλα, κάθισε δίπλα μου...

 

Τα ευχαριστώ που σου χρωστώ
και ποτέ δε μου ζήτησες
-να ξέρεις-
Τα έχτισα μέσα μου προτού στα ξεστομίσω.

Θωράκισα όσα χτίσαμε στα γρήγορα,
να μας χαρίσω διάρκεια.

Άλλωστε στο μέτρημα
το χθες προσπεράσαμε.

Η καρδιά δε χτυπάει δυνατά στα πολλά.
Όσα ζητάει να πει και ν’ ακούσει 
σε δυο λέξεις πάντα χωράνε.

Σε ευχαριστώ,
Σε χρειάζομαι,
Σε αγαπάω…

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Λόγω ημέρας...




Εκεί που σκάψανε τα χέρια σου τη γη
και σπείρανε χωράφια
μ’ ενός χεριού τα δάχτυλα
στο τέλος καρπολόγησες.

...........................

Σήμερα σ’ ένα παράθυρο 
η σκέψη σου παραβγαίνει 
των εποχών το σεργιάνι.

Κι αφού τ’ άπληστα μάτια σου για μήνες
τον ίδιο πίνακα χορτάσουν
στα πρώτα εαρινά καλέσματα
πάνω του νυχοπατάς.

Το μόχθο σου βιάζεσαι να κάνεις μοιρασιά
στα πέντε σου τα δάχτυλα
που η φύση εξαρχής σμίλεψε άνισα.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Στη Σοφία...

              
                                                                                                 Στη Σοφία...

Στις παγωμένες χώρες του Βορρά
ακολούθησες το πεπρωμένο σου
και βρήκες τον έρωτα-συμπαραστάτη
στα δύσκολα που σου φύλαγε η κούνια σου.

Μικρή στης εκκλησιάς τα στασίδια
υπάκουες στου παπά τα παραγγέλματα·
σαν έψελνε «Σοφία Ορθή» στεκόσουν στα πόδια
που χρόνια μετά σε πρόδωσαν.

Μα είναι που ο Θεός
ρίχνει το βάρος σ' ώμους άλκιμους.
Σαν η δύναμη από τ' άκρα σου
να βρήκε διέξοδο στις πλάτες σου.

Μια ρόδα η ζωή, 
βρήκες όμως τρόπο
και ισορρόπησες...

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Απόβραδο στ' αστέρια...



Τα χέρια που σου 'δειξαν τα πρώτα σου βήματα 
θα τα οδηγείς εσύ από σήμερα. 

Είναι σειρά σου να τους μάθεις να στέκονται.

Εδώ θα μείνει για πάντα απόβραδο. 

Στέλνε καμιά ηλιαχτίδα στα κρυφά
όταν θα κρύβουν τα σύννεφα τη θέα σου.
Όταν εκεί κάτω θα τους πνίγει η βροχή.

Αλλιώς αναβόσβηνε πριν ξαπλώσεις τ' αστέρια,
μήπως και πιάσει η ευχή!

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Mηterra



10 χρόνια μας χωρίζει η ίδια θάλασσα,
άλλες φορές ωκεανός κι άλλες ρηχό ποτάμι.

Δε με κράτησες σφιχτά εξ' αρχής
και έτσι κολύμπησα ανενόχλητα.

Προγονικό μου χώμα
το τελευταίο το βήμα εσύ να το δεχτείς.

Λησμονημένο και άσωτο,
μα σε σένανε πρωτοπερπατημένο.

Και αν Εκείνοι γυρισμό σου τάξανε 
μα τον όρκο τους τον πάτησαν 

-εγώ σ' αυτό θα τους νικήσω-

Δεν ένιωσα αγάπη ποτέ μου περισσότερη,
μον' όταν άρχισαν οι λόφοι σου στα μάτια μου να σβήνουν.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Η "γενοκτονία της αισθητικής" στην αρχιτεκτονική της Αθήνας




Αν κάτι λατρεύω να παρατηρώ σχολαστικά είναι η αρχιτεκτονική των κτηρίων* σε όποιον τόπο και αν βρίσκομαι. Η Αθήνα είναι για πολλούς μια παρεξηγημένη πόλη, μιας και το συνονθύλευμα αρχιτεκτονικών τάσεων που τη χαρακτηρίζει ξενίζει εκ πρώτης όψεως τον παρατηρητή. Όχι τόσο τον Έλληνα, καθώς μεγαλειώδης αστική αρχιτεκτονική πχ. κεντροευρωπαϊκού τύπου, δεν υφίσταται σε μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα, ώστε να φέρει το μέτρο σύγκρισης μέσα του. Σίγουρα όμως η γκρίζα πολυκατοικία της μεταπολεμικής περιόδου απογοητεύει και τον πλέον απαίδευτο. 
  Υπάρχουν γωνιές που πραγματικά μπορείς να ερωτευτείς στην πρωτεύουσα, όπως η γραφική Πλάκα και οι γύρω αρχαιολογικοί της χώροι, ο Λυκαβηττός, οι πεζόδρομοι Αρεοπαγίτου- Αποστόλου Παύλου, το Θησείο κτλ., και άλλες (οι περισσότερες δυστυχώς) που θα ήθελες να εξαφανιστούν συθέμελα. Κοιτώντας σήμερα τα -τόσο αντιαισθητικά στα μάτια μου- δημόσια κτήρια των προηγούμενων δεκαετιών με τις αυστηρές τετραγωνισμένες/ παραλληλόγραμμες προσόψεις κατασκευασμένες από γυαλί, αλουμίνιο και μάρμαρο, καθώς και τις δοκούς σε σχήμα «Ι» στη βάση τους σκέφτομαι ότι κάποτε αυτές οι κατασκευές υπήρξαν επαναστατικές και δημιουργήθηκαν με το πρόσχημα του συγχρονισμού της πόλης με την υπόλοιπη Ευρώπη. 
  Το μαζικό έγκλημα που διαπράχθηκε τις δεκαετίες '50-'80 στην αρχιτεκτονική δομή της πόλης, πρόκειται ουσιαστικά για μια «γενοκτονία της αισθητικής». Τα εντυπωσιακά κτήρια της νεοκλασικής Αθήνας, της μοντέρνας αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του '20, της Αρ Ντεκό και του εκλεκτισμού, αντικατέστησαν η «αντιπαροχή» και η «μοντέρνα πολυκατοικία» που αφάνισε ουσιαστικά το ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Η αδηφάγα μπουλντόζα ισοπέδωσε κτίσματα μοναδικής αισθητικής, για να υψωθούν στη θέση τους αμέτρητα κατασκευαστικά απορρίγματα, που στέρησαν από την πόλη την αίγλη της προπολεμικής περιόδου. Η Αθήνα βιάστηκε να «εξευρωπαϊστεί» και για άλλη μια φορά η βιασύνη έφερε προχειρότητα και μόνιμες αλλοιώσεις. 
  Κοιτάζοντας ένα από αυτά τα κτήρια σκέφτομαι ότι όταν ανεγέρθηκε απαστράπτον και δυναμικό αντιμετωπίστηκε από τους Αθηναίους ως επιστέγασμα της σύμπλευσης της πόλης με τις υπόλοιπες μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Και αναρωτιέμαι· έτσι άραγε το αξιολογούσε και ο τότε παρατηρητής ή είναι στρεβλή η ιδέα που επικρατεί σήμερα; Μπορούσε ο Αθηναίος να αναγνωρίσει το έγκλημα που συντελούταν μπροστά του ή όντως ένιωθε ότι η ποιότητα ζωής του και της πόλης του γενικότερα ανέβαινε επίπεδο; 
  Ότι και αν ίσχυε τότε, η συγκεκριμένη επικρατούσα αρχιτεκτονική τάση του κέντρου της Αθήνας σήμερα απογοητεύει και αποτελεί ερώτημα αν οι επόμενες γενιές θα μπορέσουν να την εκτιμήσουν διαφορετικά και εν τέλει να την αγαπήσουν…

Για το τέλος ας δούμε μερικά «ατιμώρητα εγκλήματα»· Κτήρια που κατεδαφίστηκαν εν μία νυκτί.


Ξενοδοχείο "Ακταίον" στο Φάληρο. Η κατεδάφισή του αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του νεοελληνικού πολιτισμού μας.
Το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών στην πλατεία Κοτζιά σε σχέδια του Τσίλερ. Κατεδαφίστηκε από τον τότε δήμαρχο Κ. Κοτζιά, καθώς περιόριζε τη θέα από το γραφείο του. Η ελληνική πολιτεία αποφάσισε να μετονομάσει την πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως σε Κοτζιά προς τιμήν του (!).
"Βίλα Μαργαρίτα" στη συμβολή των οδών Κηφισίας και Μεσογείων.


Μέγαρο Πεσμαζόγλου στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ηρώδου Αττικού.
Οικία Τσοποτού στη γωνία Πειραιώς και Μενάνδρου. Πίνακας του Ν. Εγγονόπουλου.
 
Και εκατοντάδες ακόμα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα που χάθηκαν από χέρια ανθρώπινα.

*H ετυμολογία της λέξης κτήριο αμφισβητείται, καθώς προϋποθέτει την μη υπαρκτή παραγωγική κατάληξη -ριο. Η ορθή γραφή είναι με –η- και όχι με -ι- κατά τους γλωσσολόγους (λχ. Γ. Μπαμπινιώτης).

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Ζακυνθινή Χριστουγεννιάτικη Κουλούρα



«Στη Ζάκυθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά (…)» 

Γρ. Ξενόπουλος, Κάποια Χριστούγεννα, Αθήνα 26 Δεκεμβρίου 1925

Το κόψιμο της «χριστοπαραμονιάτικης κουλούρας» παραμένει στο μυαλό μου ως η πιο όμορφη χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από τα παιδικά μου χρόνια, όχι μόνο για την τελετουργία της, αλλά πάνω από όλα για την οικογενειακή συνάθροιση που την συνοδεύει. Ποτέ δεν κόβεται πριν τις εφτά το απόγευμα και φυσικά ποτέ πριν μαζευτεί όλη η οικογένεια στο σπίτι.

Ένα παμπάλαιο έθιμο που οι ρίζες του χάνονται στους αιώνες, τελείται κάθε χρόνο παραμονή Χριστουγέννων σε κάθε σπίτι της Ζακύνθου. Στη Ζάκυνθο άλλωστε τα Χριστούγεννα γιορτάζονται πάντα εντονότερα από την Πρωτοχρονιά, εν αντιθέσει με την υπόλοιπη Ελλάδα, ίσως λόγω των δυτικών επιρροών της. Λίγες ώρες λοιπόν πριν τη γέννηση του Χριστού σε ένα τραπέζι λιτό, λόγω της νηστείας των προηγούμενων ημερών, με το κόκκινο καρό τραπεζομάντηλο στρωμένο και τα πιάτα σε αναμονή, πραγματοποιείται η ομορφότερη ιεροτελεστία των ημερών.

Βέβαια για την νοικοκυρά του σπιτιού η δουλειά έχει ξεκινήσει αρκετές ώρες πριν, με το ζύμωμα της κουλούρας. Μέσα σε μια ξύλινη σκάφη ανακατεύονται αλεύρι, λάδι, κρασί και πολλά αρωματικά βότανα, καρύδια, ούβες[1και όλα αυτά, αφού ζυμωθούν μας δίνουν το γευστικότερο ψωμί του κόσμου, τη μυρωδάτη κουλούρα. Η συνταγή ελάχιστα διαφέρει από νοικοκυριό σε νοικοκυριό, ωστόσο της μάνας μου στο μυαλό και στην καρδιά μου είναι πάντα η καλύτερη. Μόλις μπουν οι τελευταίες πινελιές θα τοποθετηθούν τέσσερα καρύδια στα τέσσερα σημεία του σταυρού και θα πασπαλιστεί με σουσάμι. Φυσικά δεν παραλείπεται ποτέ το «ηύρεμα», το φλουρί το οποίο θα τύχει στον ευνοημένο της νέας χρονιάς. Ακολουθεί ψήσιμο, είτε σε ξυλόφουρνο, είτε για εμάς που δεν διαθέτουμε, στην ηλεκτρική μας κουζίνα.

Μόλις λοιπόν μαζευτούμε όλοι και φτάσει το βράδυ, έρχεται η ώρα για το κόψιμο της κουλούρας. Στην παδέλα[2] έχει ήδη βράσει το μπρόκολο ή αλλιώς μπροκολίνα, το οποίο σερβίρεται με λεμόνι, ελιές και κρεμμύδι. Ακόμη και αν η έντονη μυρωδιά του, μια αναστάτωση την προκαλεί, παραμονή Χριστουγέννων δίχως μπροκολίνα βραστή δε νοείται.

Δίπλα από την αναμμένη εστία του σπιτιού βρίσκονται τοποθετημένα με θρησκευτική ευλάβεια το ποτήρι με το λάδι και το κρασί, καθώς και η εικόνα της Παναγίας με τον μικρό Χριστό. Εκεί ο πατέρας κρατώντας την κουλούρα μάς καλεί να συμμετέχουμε στο δρώμενο. Αφού ακουμπήσουμε όλοι τα χέρια μας πάνω της, εκείνος τη σταυρώνει τρεις φορές με ένα ματσάκι από φύλλα πορτοκαλιάς και χύνει πάνω της  το λαδόκρασο, ψάλλοντας το γνωστό απολυτίκιο «Η Γέννησις σου Χριστέ...», καλώντας μας να ψάλλουμε μαζί του. Πάντα θυμάμαι να γελώ σ’ αυτό το σημείο κοιτώντας επίσης τα αδέλφια μου, που αντιμετώπιζαν με την ίδια ελαφρότητα τη στιγμή. Πόση αφέλεια, -για τον πατέρα μου ίσως και προσβολή-, που όμως και αυτή φαντάζει τόσο αθώα στην ανάμνησή μου.

Μόλις η ιεροτελεστία τελειώσει, ο αδελφός μου με το τουφέκι του πυροβολεί στον αέρα όπως επιτάσσει το έθιμο. Τα «σμπάρα» συμβολίζουν την χαρμόσυνη νοβιτά[3], ότι στο σπίτι αυτό γεννήθηκε ήδη ο Χριστός. Η κουλούρα επιστρέφει στο τραπέζι κι εκεί η πάντα συγκινημένη μάνα αρχίζει να κόβει τα κομμάτια. Το πρώτο ανήκει στον Χριστό, το δεύτερο στον φτωχό, το τρίτο στο σπίτι και μετά στα μέλη της οικογένειας στα οποία διανέμεται κατά σειρά ηλικίας. Ένα για κάθε γονιό, για τα αδέλφια μου -και έχω και μπόλικα-, ένα για μένα, για τους γαμπρούς, τις νύφες και τα αγαπημένα μου ανίψια. Και κάθε χρόνο θυμάμαι το κομμάτι της νόννας μου, πριν ακόμα φύγει.

Στη συνέχεια αρχίζει το κυνήγι του φλουριού. Σπάνια αξιοκρατικά δοσμένο, καθώς πάντα υπάρχει ένα μικρό παιδί στο σπίτι, που η λαχτάρα του υπερνικά τη «βολοντά»[4] τη δική μας. Ύστερα και από αυτήν τη διαδικασία, ακολουθεί το δείπνο. Βραστό μπρόκολο και κουλούρα ζεστή, σε συνδυασμό πάντα με ένα ποτήρι αυγουστιάτη ή ρομπόλα[5] ζακυνθινιά για να ευφρανθεί η καρδιά. Όλα αυστηρώς νηστίσιμα, καθώς τα Χριστούγεννα ακόμη δεν έφθασαν.

Η παραμονή των Χριστουγέννων συμβολίζει πολλά για τους Ζακυνθινούς που διατήρησαν τα ορθόδοξα έθιμά τους, παρά τις δυτικοευρωπαϊκές επιρροές αιώνων. Η επόμενη μέρα, εκείνη των Χριστουγέννων, μόλις επιστρέψουμε από την εκκλησία, θα γιορταστεί στο τραπέζι με ζεστό αυγολέμονο και γαλοπούλα βραστή όπως επιτάσσει το έθιμο και φυσικά με τη συνοδεία της «παραμονιάτικης κουλούρας».


Χρόνια Πολλά!

[1]ούβες= σταφίδες
[2]παδέλα= κατσαρόλα
[3]νοβιτά= είδηση
[4]βολοντά= θέληση
[5]αυγουστιάτης & ρομπόλα= ζακυνθινές ποικιλές κρασιού

Πηγή φωτό: christmas.ert.gr

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Tώρα...




Tην απουσία να την αγγίζεις
από τον καιρό της παρουσίας κιόλας.

Να αποταμιεύεις χαμόγελα 
για τους καιρούς της Ανάγκης, τους απαρηγόρητους.

Ίδιο σχήμα το σύννεφο
ποτέ δεν ξαναπαίρνει
κι' ίδιο γαλάζιο
δε ζωγραφίζει ο ουρανός.

Μη φυλακίζεις πίσω απ' τα χείλη 
όσα η καρδιά στο νου σου ψιθυρίζει.

Να τα προφταίνεις πριν ο χρόνος
-ο ακατάλληλος-
για πάντα παγιδεύσει.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Δεκαπέντισεν ο Αύγουστος




Δεκαπέντισεν ο Αύγουστος,
με την καμπάνα του Σπιτιού Σου
να ορχηστρώνει των τζιτζικιών το μονότονο ρυθμό.

Και ξάπλωσες ξανά
-πιστή στου χρόνου το κάλεσμα-
στο λευκό σου σεντόνι,
βιαστική ν' αφήσεις τούτον τον κόσμο
τον άκοσμο.

Στην αγκαλιά σου να κρατήσεις ξανά 
Τον βαστάζοντα πάντα.

Μόνη δροσιά του θέρους,
Μάνα της Ζωής,
Εσύ με τα πολλά τα ονόματα,
μα πάντα Παναγία!

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Όταν θα είμαι μακριά...



Και έτσι πνιγμένος στην προσπάθεια
μου στέγνωσες με μιας την μοναξιά.

Αλλιώτικος ο έρωτάς σου,

απρόσιτος-
σου μοιάζει.

Μια χαραμάδα μ' άφησες

και τρύπωσα κρυφά.

Την ξέρεις την καρδιά μου 

-βιάζεται-
πάντα μιλά στις δύσκολες σιωπές, 
τις θωρυβώδεις.
Τρέχει να σβήσει την μόνιμη αμφιβολία.

Τα σ' αγαπώ να τα φωνάζεις 

πρώτα μέσα σου
να συνηθίσει στ' άκουσμα η καρδιά
και ύστερα να τα μοιράζεις.
Το αυτί ν' ακούει τελευταίο.

Και άμα τα χέρια μου λυγίζει ο εγωισμός

εσύ να τ' αναζητάς.

-να μου προσθέτεις λογική στο ζύγι

όταν γέρνει στο συναίσθημα-

Λίγο φεγγάρι παραπάνω

μόνο άφηνε
όταν οι σκέψεις σε πονάνε.
Κι αν στο πλάι σου απόψε δεν κοιμάμαι
τα μάτια μου για σένα ξενυχτούν.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Περί Αθανασίας...


Η ζωή μικρή και εσύ βιαστικός να μεγαλώσεις
ώσπου να μην χωράς πια.

Και πάνω που δανείζεσαι ανάστημα
ο έρωτας
σε λιγοστεύει
στης ψευδαίσθησής σου την κορυφή.

Δεν κόβει μπόι
μόνο αφαιρεί καρδιά.

Σα ν’ αγνοεί
πως εκείνη τελικά
θα γευτεί αθανασία.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Μετρό το χρόνο


Tον έρωτα τον μέτρησα
σε δυο στάσεις του μετρό.

Σ' ένα βαγόνι ασφυχτικό,

σ' ένα άγγιγμα ξένο
και μια αίσθηση γνώριμη.

Τα μάτια δεν τη διάβασαν
ούτε η φωνή, μπερδεύτηκε κι αυτή στο πλήθος.

Ήταν η στάση κεντρική

και η καρδιά στην ταχεία.

Μα χώρεσαν οι σκέψεις στο συνωστισμό

και οι φωνές σωπάσαν.

ΠΡΟΣΟΧΗ στο κενό μεταξύ καρδιάς και λογικής.


Επόμενη στάση, η γνώριμη αίσθηση άγνωστη πάλι. 


Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Ανάμνηση




Δε χόρταινε το μάτι τ’ άπληστο

τώρα μια θύμηση φτάνει.


Κι όμως κάποτε γεύτηκα πίστη.

Λύτρωση ο ανέλπιδος δρόμος,

-ατελεύτητος-

μα τον μέτρησα.


Είναι μαστίγωμα το χθες όταν το νιώθεις σήμερα.


Γι’ αυτό πρέπει η πληγή στο αλάτι να κλείνει

πόνο βαθύτερο πριν βρει.

Γι’ αυτό πρέπει η φωτιά και με λάδι να σβήνει

να ‘χει ελπίδα ο διψασμένος.


Θα μάθω λίγα να βλέπω,

μη συνηθίσει το μάτι στα πολλά

και μου πνιγεί στ’ αντίο.





Ζάκυνθος, 8/1/2013



Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Κατα-σταλάζοντας...





Άφηνε τα δάκρυα


Να βρουν το δρόμο τους.


Και αν κανένα ξαστοχήσει


Μη νοιάζεσαι.


Θα γένει νησί,


Ν' αράζεις στο λιμάνι του


Όταν σε πνίγει η θάλασσα.